ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤ. ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ (α΄ μέρος)

2014-06-24 17:04

 

   

Ερευνώντας την ιστορική ταυτότητα της περιοχής μας θα αναφερθούμε στο κεφάλαιο αυτό και στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής της κοιλάδας του Σπερχειού. Σ’ αυτόν τον ιστορικογεωγραφικό χώρο η περιοχή μας είχε μια αξιόλογη παρουσία και προσφορά και διεκδικεί με το μικρό ή μεγάλο ρόλο που διαδραμάτισε τη συμμετοχή της στο ιστορικό γίγνεσθαι της πατρίδας μας.

                                           

Προϊστορικά χρόνια

   

Η κοιλάδα του Σπερχειού ευρισκόμενη στο κέντρο του κορμού της Ελληνικής Χερσονήσου υπήρξε κατά τη μακραίωνη ιστορία της το σταυροδρόμι από όπου διήλθαν λαοί, πολιτιστικά ρεύματα και επιδρομείς από και προς όλες τις κατευθύνσεις. Παρόλο που η κοιλάδα, σαν γεωγραφική ενότητα, περιβάλλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της από βουνά, εν τούτοις αυτό δεν αποτέλεσε εμπόδιο για  επικοινωνία με άλλες περιοχές της Ελλάδας. Τα άφθονα φυσικά περάσματα που ανοίγονται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους επέτρεψαν τη διακίνηση ανθρώπων και ιδεών από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

   

Οι πρώτες ενδείξεις εγκατάστασης ανθρώπων στην κοιλάδα του Σπερχειού ανάγονται στη νεολιθική εποχή(5000-3000 π.Χ.). Τα μεμονωμένα πέτρινα εργαλεία και όστρακα που έχουν κατά καιρούς βρεθεί τοποθετούν την ύπαρξη του ανθρώπου την εποχή αυτή. Ο χώρος της κοιλάδας προσφέρει όλες τις προϋποθέσεις για τη διαβίωση του νεολιθικού ανθρώπου, δηλαδή εύφορες εκτάσεις για καλλιέργεια, νερό, κοντινά δάση για κυνήγι και κτηνοτροφία. Στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας του Σπερχειού έχουν εντοπισθεί τρεις θέσεις νεολιθικών οικισμών και ένα νεολιθικό σπήλαιο. Οι οικισμοί βρίσκονται στο Λιανοκλάδι, στο Αμούρι και στη θέση Μηλοράχη ( βόρεια της Φτέρης , κοντά στο Σπερχειό). Το σπήλαιο έχει εντοπισθεί στη Φουρνοσπηλιά της Οίτης, πάνω από την Υπάτη. Επίσης όστρακα που έχουν  βρεθεί στην τοποθεσία Διασέριανη (ανατολικά της Σπερχειάδας) και στο Περιβόλι δείχνουν ότι και η κοιλάδα της Βίστριζας (αρχαίος Ίναχος) είχε κατοικηθεί την εποχή εκείνη. Οι νεολιθικοί κάτοικοι της περιοχής πιστεύεται ότι ανήκαν στα λεγόμενα προελληνικά φύλα, μεσογειακής προέλευσης, ίσως εκείνα που είναι γνωστά από τη μυθολογία με το όνομα Λέλεγες.

   

Η ανακάλυψη και η χρήση των μετάλλων και κυρίως του χαλκού σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής, της εποχής του χαλκού (3000-1100 π.Χ.).Στις πρώιμες φάσεις αυτής της εποχής ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζει στο πλαίσιο του νεολιθικού μοντέλου παραγωγής , η επιβίωσή του και  η οικονομία του στηρίζονται στη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά η αναζήτηση της νέας ύλης, του χαλκού, τον ωθεί σταδιακά στην ανάπτυξη της ναυτιλίας, του εμπορίου και των Τεχνών. Στην κοιλάδα του Σπερχειού οι θέσεις όπου εντοπίζονται λείψανα αυτής της περιόδου συμπίπτουν γενικά με εκείνες της νεολιθικής εποχής. Τότε πιστεύεται ότι εγκαθίσταται στην περιοχή ένα  ινδοευρωπαϊκό φύλο ,οι Δρύοπες, που χαρακτηρίζονται ως βαρβαρικός λαός και που σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση εκτοπίστηκαν από τον Ηρακλή.

   

Στην αρχή της 2ης χιλιετίας και της περιόδου που περιγράφεται ως Μεσοελλαδική (2000-1600 π.Χ.), εισβάλλουν στην Ελλάδα τα πρώτα ελληνόφωνα φύλα, ινδοευρωπαϊκής προέλευσης. Παρατηρούνται  τότε καταστροφές στους ήδη υπάρχοντες οικισμούς , οπισθοδρόμηση και γενικά στασιμότητα στην εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού που διαρκεί μέχρι το τέλος περίπου αυτής της περιόδου. Από τότε και εξής αρχίζει μια παρατεταμένη  περίοδος οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης του ελλαδικού χώρου. Οι νέοι εισβολείς φαίνεται ότι αφομοιώθηκαν ή συνεργάστηκαν με τους παλαιούς κατοίκους και αποκατέστησαν σταδιακά την επικοινωνία και το εμπόριο με τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Λείψανα της Μεσοελλαδικής εποχής βρίσκονται στο Περιβόλι, στο Λιανοκλάδι, στο Αμούρι ,στη Φουρνοσπηλιά της Οίτης και στη θέση Μηλοράχη.

    

Η πρόοδος αυτή κορυφώνεται στην επόμενη φάση της εποχής του χαλκού, την καλούμενη Υστεροελλαδική (1600-1100 π.Χ.).Υπό την επίδραση αρχικά του Μινωικού και ύστερα του Κυκλαδικού πολιτισμού παρατηρούνται μεγάλες αλλαγές σε όλους τους τομείς και μπαίνουν τα θεμέλια του ελληνικού πολιτισμού των μετέπειτα αιώνων. Κάνει την εμφάνισή του ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, ο οποίος θεωρείται και είναι ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός της Ευρώπης. Εφευρίσκεται η πρώτη γραφή, η Γραμμική Β, διαμορφώνεται και παγιώνεται η θρησκεία με τη λατρεία των Ολύμπιων θεών, ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο, αναπτύσσεται το εμπόριο, ιδρύονται αποικίες, εκτελούνται μεγάλα έργα, οργανώνεται και λειτουργεί η πόλη-κράτος  κ.ά.

   

Η κοιλάδα του Σπερχειού  συνδέεται με τον επιφανέστερο ήρωα της ομηρικής Ιλιάδας, τον Αχιλλέα. Είναι γνωστό ότι στην αρχαιότητα ο ποταμός Σπερχειός ονομαζόταν « Διηπετής» , δηλαδή Διογέννητος. Λατρεύονταν ως θεός και θεωρούνταν προστάτης των κατοίκων της περιοχής. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις η περιοχή (ή πόλη) Φθία ,που πολλές φορές αναφέρεται στον  Όμηρο, είναι ο χώρος της κοιλάδας του Σπερχειού. Οι κάτοικοί της ονομάζονταν Μυρμιδόνες και βασιλιάς τους ήταν ο Αχιλλέας, ο γιος του Πηλέα. Η ετεροθαλής αδελφή του Αχιλλέα, η Πολυδώρα, γέννησε το γιο του θεού Σπερχειού Μενέσθιο, ο οποίος στην πολιορκία της Τροίας πολέμησε ως ένας από τους  υπαρχηγούς του Αχιλλέα:

                            «... Είχε ο Αχιλλέας πενήντα γρήγορα καράβια που κυβέρνα,

                                  ο λατρευτός του Δία, σαν έφτασε στην Τροία, και στο καθένα

                                  πενήντα παλικάρια εκάθουνταν πάνω στο κουπί συντρόφοι.

                                  Και πέντε κεφαλή τους έβαλε ρηγάρχες μπιστεμένους

                                  να κυβερνούν, κι αυτός βασίλευε περίσσια πάνω απ’ όλους.

                                  Στον πρώτο λόχο ο λαμπροθώρακος Μενέσθιος κυβερνούσε,

                                  του Σπερχειού, του ουρανογέννητου, του ποταμού βλαστάρι.

                                  Μια κόρη του Πηλέα τον γέννησε πανώρια, η Πολυδώρα,

                                  θνητή, που με το θεό κοιμήθηκε, το Σπερχειό το γαύρο...»      

 ( Ιλιάδα  Π 168-176)

  

Ο Αχιλλέας οδήγησε τους πολεμιστές του, τους Μυρμιδόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζονται επίσης ως Αχαιοί και  Έλληνες ,στην Τροία πάνω σε πενήντα καράβια:

                            «... Και αυτοί όσοι κατοικούσαν το Πελασγικό Άργο,

                                  και τον Άλο, την Αλόπη και την Τραχήνα,

                                  και τη Φθία και την Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες,

                                  και λέγονταν Μυρμιδόνες και Έλληνες και Αχαιοί,

                                  αυτούς οδηγούσε με πενήντα καράβια ο Αχιλλέας...»

 (Ιλιάδα   Β  681-685)

   

Στο Σπερχειό  έταξε ο Πηλέας, πριν αναχωρήσει ο γιος του για την Τροία, να προσφέρει τα μαλλιά του Αχιλλέα αν αυτός γύριζε ζωντανός από την εκστρατεία.  Όμως η μοίρα άλλα πρόσταζε. Κατά την ταφή του Πατρόκλου, ο Αχιλλέας έκοψε τα μαλλιά του και τα πρόσφερε στο νεκρό φίλο του λέγοντας:

                              «...Σπερχειέ, του κάκου αλήθεια σου ’ταξε ο κύρης μου ο Πηλέας

                                   στην ποθητή πατρίδα αν γύριζα εκεί πέρα, τα μαλλιά μου

                                   στη χάρη σου να κόψω, κάνοντας θυσία τρανή από πάνω:

                                   πενήντα κριάρια πλάι στους όχτους σου βαρβάτα να σου σφάξω,

                                   πάνω στις πηγές, όπου ’ναι το άλσος σου κι ο ευωδιαστός βωμός σου.

                                   Τέτοια ευχή είχε κάμει ο γέροντας, μα εσύ το ναι δεν το ’πες!

                                   Τώρα που πίσω πια δεν έρχομαι στη γη την πατρική μου,

                                   ας πάρει τα μαλλιά μου ο Πάτροκλος ο αντρόκαρδος μαζί του».

 (Ιλιάδα  Ψ   144-151)

   

Στην κοιλάδα του Σπερχειού δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα ανακτορικά κέντρα ή άλλα μνημεία που να τεκμηριώνουν με βεβαιότητα ότι ο χώρος αυτός είναι η ομηρική ερίβωλος Φθία. Στην τοπική παράδοση αναφέρεται ότι στην τοποθεσία Καστρόρραχη (βόρεια της Φτέρης, πλησίον του Σπερχειού) βρέθηκε το ξίφος του Αχιλλέα και ότι βρέθηκαν επίσης εκεί πάσσαλοι και κρίκοι. Οι ονομασίες Λίμνη και Σκάλα σε γειτονικές τοποθεσίες οδηγούν στο συμπέρασμα, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, ότι εκεί βρίσκονταν οι λιμενικές εγκαταστάσεις των Μυρμηδόνων. Τα ευρήματα πάντως που έχουν προέλθει από διάφορες θέσεις, κυρίως από νεκροταφεία της περιοχής, πείθουν ότι η κοιλάδα ήταν τμήμα του  μυκηναϊκού κόσμου και επικρατούσαν  και εδώ οι ίδιες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες όπως στα υπόλοιπα μυκηναϊκά  κέντρα. Αυτή την εποχή την κοιλάδα κατέχουν οι Αχαιοί, οι οποίοι φαίνεται ότι από την Αχαΐα Φθιώτιδα εξαπλώθηκαν προς νότο, όπως μαρτυρούν οι αρχαίες παραδόσεις. Ο μύθος της εκδίωξης των Δρυόπων από τον Ηρακλή φαίνεται ότι απηχεί το πραγματικό γεγονός της κατάκτησης της κοιλάδας από τους Μυκηναίους Αχαιούς.

 

                                             

Ιστορικά χρόνια

   

Στις αρχές του 12ου π.Χ. αιώνα παρατηρείται μια εξασθένηση της δύναμης του μυκηναϊκού κόσμου. Η μυκηναϊκή       παράδοση  συνεχίζεται, όχι όμως με την ίδια ισχύ και  αίγλη. Εκείνη την περίοδο, καθυστερημένες ομάδες ελληνικών φύλων, που είχαν παραμείνει στο βορά, στο χώρο της Β. Πίνδου, στη ΒΔ Θεσσαλία, πιθανόν νομαδικού χαρακτήρα, μετακινούνται προς νότο και επωφελούμενα της αδυναμίας των μυκηναϊκών βασιλείων καταλαμβάνουν περιοχές που έχουν εγκαταλειφθεί ή εξασθενήσει. Μεταξύ των φύλων αυτών, που ήταν σχετικά ενήμερα του μυκηναϊκού πολιτισμού, συγκαταλέγονται οι Λοκροί, οι Φωκείς, οι Δωριείς, οι Αινιάνες κ.ά. Τότε πιστεύεται (12ος  π.Χ. αιώνας) ότι μπαίνουν  από βόρεια-βορειοδυτικά στην κοιλάδα του Σπερχειού οι Αινιάνες και εγκαθίστανται στην  περιοχή του άνω ρου του Σπερχειού, περί τον  Ίναχο ( Βίστριζα), ενώ οι Αχαιοί ωθούνται ανατολικά, προς τα παράλια. Ύστερα από μακροχρόνιες περιπλανήσεις και συγκρούσεις με τους Αχαιούς Φθιώτες, τους Λάπιθες, τους Ιναχιείς και τους Σπέρχειους, οι Αινιάνες πέτυχαν τελικά να εγκατασταθούν οριστικά στην περιοχή του Ιναχου και να κυριαρχήσουν για πολλούς αιώνες στο δυτικό μέρος της κοιλάδας που περικλείεται από τα βουνά Οίτη, Τυμφρηστός και Όθρη. Απόηχο των πολέμων των Αινιάνων  με τους Ιναχιείς, οι οποίοι κατοικούσαν στην περί τον Ίναχο περιοχή, αποτελεί και μια παράδοση που αναφέρει ο Πλούταρχος (Αίτια Ελληνικά ΧΙΙΙ ):

   

 « Ένας χρησμός του Μαντείου των Δελφών είχε πει στους Αινιάνες και στους Ιναχιείς πως αν οι τελευταίοι δώσουν ένα κομμάτι της χώρας τους στους πρώτους θα τη χάσουν ολόκληρη, αν δε οι πρώτοι πάρουν από τους δεύτερους αυτό με τη θέλησή τους και χωρίς βία, θα κατακτήσουν ολόκληρη τη χώρα των Ιναχιέων. Έχοντας αυτό υπ’ όψιν του ο Τέμων - ανήρ ελλόγιμος των Αινιάνων - σοφίστηκε ένα έξυπνο κόλπο. Μεταμφιέστηκε σε ζητιάνο και με κουρελιασμένα ρούχα κι ένα σακούλι στον ώμο πήγε στο στρατόπεδο των Ιναχιέων και τους ζήτησε ελεημοσύνη. Οι στρατιώτες Ιναχιείς τον οδήγησαν στο βασιλιά τους Υπέροχο, που για να τον κοροϊδέψει του έδωσε για δώρο ένα σβόλι από χώμα γης του Ινάχου. Ο Τέμων το πήρε με μεγάλη χαρά και το έριξε συο σακούλι του. Η συμπεριφορά αυτή του Τέμονα παραξένεψε τους Ιναχιείς οι οποίοι θυμήθηκαν το χρησμό και συμβούλεψαν το βασιλιά τους να μην περιφρονήσει το ζητιάνο αλλά να διατάξει τη σύλληψή του. Αλλ’ ο έξυπνος Τέμων κατάλαβε αμέσως τις προθέσεις των Ιναχιέων κι έφυγε τρέχοντας και με την προστασία του θεού Απόλλωνα κατάφερε να φτάσει στο στρατόπεδο των Αινιάνων. Απ’ αφορμή το επεισόδιο αυτό  εμονομάχησαν ο βασιλιάς των Αινιάνων Φήμιος με το βασιλιά των Ιναχιέων Υπέροχο και κατά τη μονομαχία σκοτώθηκε ο δεύτερος. Έτσι μετά την ήττα και το θάνατο του βασιλιά τους οι Ιναχιείς δέχτηκαν την εγκατάσταση των Αινιάνων στη χώρα τους σαν θέλημα των θεών. Μ’ αυτό τον τρόπο τέλειωσαν οι πόλεμοι και οι περιπλανήσεις του λαού των Αινιάνων ».

     

Το 12ο  π. Χ. αιώνα συντελείται  μια νέα τεχνολογική επανάσταση στον ελλαδικό χώρο με τη χρήση ενός νέου μετάλλου για όπλα και εργαλεία, του σιδήρου, που δίνει το όνομά του σε ολόκληρη την επόμενη εποχή, η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα. Ο επόμενος αιώνας, ο 11ος, αντιπροσωπεύει το μεταβατικό στάδιο από τον μυκηναϊκό πολιτισμό στον πολιτισμό της γεωμετρικής εποχής. Κατάλοιπα των ανθρώπων αυτών  του 12ου και 11ου  αιώνα στην κοιλάδα του Σπερχειού προέρχονται από το Αρχάνι και τα Μάρμαρα. 

    

Λίγα χιλιόμετρα νότια των Μαρμάρων  βρέθηκε νεκροταφείο  ( 11ος αιώνας) το οποίο έχει αναπτυχθεί κατά μήκος ενός περάσματος ορεινού που οδηγεί από τη Θεσσαλία δια μέσου της κοιλάδας του Σπερχειού και των ορεινών σχηματισμών της δυτικής Οίτης προς τη Δωρίδα και την Αιτωλία. Ολοι σχεδόν οι τάφοι είναι ενταγμένοι σε τύμβους ιδιότυπους και όχι κλασσικού τύπου. Πιθανότατα οι νεκροί είναι Δωριείς ή Ηρακλείδες και ανήκαν σε κάποια ορεινά φύλα που παρέμειναν για λίγο διάστημα στην περιοχή εκείνη. Πολλοί ιστορικοί και αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι μετά την εξασθένηση του μυκηναϊκού κόσμου ορεινά φύλα, εκμυκηναϊσμένα έως ένα βαθμό που διατηρούν όμως και έντονα τοπικά στοιχεία, στα μέσα του 12ου π.Χ. αιώνα προσελκύονται από τις εγκαταλελειμμένες περιοχές του μυκηναϊκού κόσμου και μετακινούνται νοτιότερα. Η κάθοδος αυτή που έγινε με βραδύ ρυθμό και δεν είχε τον χαρακτήρα οργανωμένης εκστρατείας προκάλεσε αλλοιώσεις στη σύνθεση των πληθυσμών, όπου εγκαταστάθηκαν και αναστατώσεις. Το ότι οι νεκροί των Μαρμάρων  είναι φορείς μυκηναϊκών  και ντόπιων στοιχείων όπως διαπιστώθηκε αλλά και το ότι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πολεμιστές ενισχύουν την άποψη ότι ανήκουν σε κάποια από αυτά τα φύλα ή σε κάποια καθυστερημένη δωρική ομάδα.

   

Από το 12ο αιώνα και μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια οι Αινιάνες ή Αινιείς , όπως προαναφέρθηκε, κυριαρχούσαν στην κοιλάδα του Σπερχειού. Παρουσιάζονται σαν λαός με ιστορική αυθυπαρξία και εξέλιξη και με ξεχωριστή πολιτική αυτονομία και πολιτειακή οργάνωση. Από την εποχή της οριστικής τους εγκατάστασής τους στη Φθιώτιδα διατήρησαν την αυτονομία και την ανεξαρτησία τους. Στη νέα τους χώρα                            ζούσαν  ειρηνικά με τους γείτονές τους Αιτωλούς, Δόλοπες, Μαλιείς και Λοκρούς με τους οποίους δημιούργησαν την Οιταία Αμφικτυονία, που αργότερα μεγαλώνοντας περιέλαβε και άλλους λαούς και αποτέλεσε τη μεγάλη αμφικτυονία των ελληνικών λαών με μόνιμη έδρα τους Δελφούς (Παυσανίας Χ.8). Μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα ζούσαν κάπως πολιτικά εξαρτημένοι από τους Θεσσαλούς, έκτοτε όμως ζούσαν τελείως ανεξάρτητοι και αυτόνομοι και σαν φίλοι των Αθηναίων και εχθροί των Σπαρτιατών. Η χώρα τους, η Αινίδα, ήταν χωρισμένη σε χωριά ή κώμες από τις οποίες ως σημαντικότερες αναφέρονται οι: Υπάτη (Ύπατα), Ερυθος,  Κοροφαί, Ερυθραί, Λαπίθειον, Πύρρα, Κυθήρα, Φύραξ, Μακρά Κώμη, Σπερχειαί, Λάτυια, Σωσθενίς. Παρά το γεγονός ότι διαβιούσαν σε χωριστούς οικισμούς διατηρούσαν  μέσα τους βαθιά τη συνείδηση του κοινού φυλετικού δεσμού τους, της κοινής ιστορίας τους, των κοινών βιοτικών αναγκών και κινδύνων που τους οδήγησε στο να ιδρύσουν  κοινή ομοσπονδιακή διοίκηση και πολιτεία. Η ομοσπονδία των Αινιάνων πήρε την τελειότερη μορφή της κατά τα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα, τότε που χτίστηκε η Υπάτη σαν πρωτεύουσά τους. Η ομοσπονδιακή αυτή πολιτεία είχε την ίδια σχεδόν πολιτειακή μορφή και οργάνωση των «κοινών» των άλλων ελληνικών φύλων και ονομάστηκε « Κοινόν των Αινιάνων ». Κάθε κώμη εξέλεγε κάθε χρόνο, ανάλογα με τον πληθυσμό της, ορισμένο αριθμό αντιπροσώπων στην ομοσπονδία. Αυτοί έβγαζαν πέντε ανώτατους άρχοντες τους «Αινιάρχες» οι οποίοι αποτελούσαν τη διοίκηση και την εκτελεστική εξουσία της ομοσπονδίας. Από τον 4ο π.Χ. αιώνα οι Αινιάνες έκοβαν δικά τους νομίσματα.  Το «Κοινόν των Αινιάνων» καταργήθηκε το 27 π.Χ. από το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο και υπάχθηκε στο «Κοινόν των Θεσσαλών».

   

Στην ιστορική τους διαδρομή οι Αινιάνες πήγαν με το μέρος των Περσών  κατά τη διάρκεια των Περσικών πολέμων, τους οποίους βοήθησαν και στρατιωτικά (Ηρόδοτος Ζ 132,185,Η 27-31). Στον Πελοποννησιακό πόλεμο συμμάχησαν με τους Αθηναίους εναντίον των Λακεδαιμονίων (Θουκυδίδης V 51). Πήραν μέρος, μαζί με τους Δόλοπες, στην εκστρατεία του Κύρου εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη (Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις Α 2,6 ). Πήραν επίσης μέρος στην εισβολή των Θηβαίων , με αρχηγό τον Επαμεινώνδα, στην Πελοπόννησο. Στο Λαμιακό πόλεμο βοήθησαν τους Αθηναίους και κατά την εισβολή των Γαλατών  το 279 π. Χ. για να γλιτώσουν τη χώρα τους οδήγησαν τους επιδρομείς εναντίον των Φωκαέων και των άλλων Ελλήνων που φύλαγαν τα στενά των Θερμοπυλών από το ίδιο μονοπάτι που οδήγησε ο Εφιάλτης τους Πέρσες. Αργότερα οι Αινιάνες υποτάχθηκαν στους  Μακεδόνες και στους Αιτωλούς και τέλος μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα στους Ρωμαίους. Στη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας έσβησε και η παρουσία τους σαν ξεχωριστό ελληνικό φύλο. Από την επιμιξία Αινιάνων  και Αιτωλών προήλθαν οι Υπαταίοι, ένας καινούριος λαός με πρωτεύουσα την Υπάτη η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή στους κατοπινούς χρόνους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της βυζαντινής εποχής αλλά και της Τουρκοκρατίας.

    

Όπως προαναφέρθηκε , η Υπάτη γύρω στο 334 π.Χ. πέρασε στην κυριαρχία των Μακεδόνων και το 274 π.Χ. σ’ εκείνη της Αιτωλικής Συμμαχίας. Το 198 π.Χ. οι Αιτωλοί , στην εκστρατεία τους προς τη Θεσσαλία, κατέστρεψαν τις πόλεις Σπερχειαί και Μακρά Κώμη  που όπως φαίνεται ήταν ταγμένες υπέρ των Μακεδόνων. Ο Ρωμαίος ιστορικός  Τίτος Λίβιος (ΧΧΧΙΙ 12,10 ) αναφέρει ότι οι Αιτωλοί ,το καλοκαίρι του έτους 198 π.Χ., «κατέστρεψαν την περιοχή γύρω από τη Σπέρχεια και τη Μακρά, η οποία ονομάζεται Κώμη ,και ότι συνέχισαν την πορεία τους προς τη Θεσσαλία...». Στα 190 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατέλαβαν και λεηλάτησαν τις πόλεις της κοιλάδας του Σπερχειού. Με τη νέα οργάνωση του ελληνικού χώρου από τον αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, γύρω στα 30 π.Χ., ολόκληρη η κοιλάδα ανήκε στη Θεσσαλική Φθιώτιδα. Η Υπάτη έζησε τη μεγαλύτερη ακμή της μετά το 168/67 π.Χ. , ως πρωτεύουσα της αυτόνομης συμμαχίας των Αινιάνων, η οποία ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους. Στα ιστορικά γεγονότα της περιόδου εκείνης  καταγράφεται και η ληστρική επιδρομή των Γαλατών το 279 π.Χ., οι οποίοι τελικά εξολοθρεύτηκαν  από τους Αιτωλούς. Η παράδοση αναφέρει ότι στο ζυγό που ενώνει τα βουνά Οξυά και Τυμφρηστό, πάνω από τα Πουγκάκια, στην τοποθεσία Κοκκάλια, οι Αιτωλοί νίκησαν και κατέστρεψαν ένα μεγάλο τμήμα του γαλατικού στρατού που επέστρεφε από το αιτωλικό χωριό Κάλλιο.

     

Στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας του Σπερχειού αναφέρονται και οι πόλεις Σπερχειαί, Μακρά Κώμη, Σωσθενίς και Λάτυια, οι οποίες δε γνωρίζουμε αν μετείχαν στο « Κοινόν των Αινιάνων». Η πόλη Σπερχειαί ή Σπέρχειαι  αλλά και Σπέρχεια, εκτός από το Λίβιο μνημονεύεται  και από το γεωγράφο Πτολεμαίο ( Ι, 12 ) ο οποίος την τοποθετεί ανατολικά της Υπάτης ,κοντά στις εκβολές του Σπερχειού. Σε μια επιγραφή στους Δελφούς, όπου αναγράφονται οι θεοροδώκοι, αναφέρεται και ο Μέμνων, ο γιος του Ξενάρχου, από τη Σπέρχεια. (Δελτίο ελλην. Αλληλογραφίας, έτος  V II, 1882, σ.191). Στην επιστημονική λογοτεχνία η αρχαία Σπέρχεια ταυτίζεται με την Καστρόρραχη. Η Καστρόρραχη είναι ένας μικρός λόφος νότια του Σπερχειού, απέναντι από τη Βίτολη. Οι δυο κορυφές του λόφου περικλείστηκαν από ένα τείχος που ο τρόπος κατασκευής του μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι χτίστηκε γύρω στα 300 π.Χ. Στο λόφο αυτό αλλά και στο γειτονικό λόφο Μηλόραχη έχουν βρεθεί όστρακα νεολιθικής εποχής. Στην Καστρόρραχη βρέθηκαν επίσης και όστρακα της τοπικής κοκκινωπής κεραμικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής, καθώς και πολλά θραύσματα μεγάλων αποθηκευτικών πιθαριών  και κεραμιδιών. Στην τοποθεσία «Ελληνικά», μεταξύ  Φτέρης και Παλαιοβράχας  και σε ένα λόφο ύψους περίπου 600 μ. από τον οποίο μπορεί κανείς να επιβλέπει ένα μεγάλο μέρος  της κοιλάδας, σώζονται ερείπια τείχους ,πιθανότατα χτισμένο και αυτό το 300 π.Χ. Οι τοποθεσίες Καστρόρραχη και Ελληνικά έχουν κηρυχθεί αρχαιολογικοί χώροι με αποφάσεις της Νομαρχίας Φθιώτιδας που δημοσιεύτηκαν σε ΦΕΚ. Πολύ κοντά, νοτιοδυτικά της Ανω Φτέρης, βρέθηκε το 1972 ένα άγαλμα της Αφροδίτης το οποίο χρονολογείται στον 1ο π.Χ. αιώνα και το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Λαμίας. Πρόσφατη ιστορική έρευνα του Γερμανού αρχαιολόγου dr Wolfang Schurmann υιοθετεί την άποψη ότι οι λόφοι Καστρόρραχη και  Ελληνικά λόγω της σχετικά περιορισμένης έκτασής τους πρέπει να ήταν μόνο φρούρια. Ο dr Wolfang Schurmann  υποστηρίζει ότι η Σπέρχεια ήταν μια σπουδαία σχετικά πόλη και κατείχε μια αρκετά μεγάλη έκταση, στοιχεία που δεν ταιριάζουν με τα δυο προαναφερθέντα φρούρια. Την τοποθετεί δε στο λόφο Διασέργιαννη, που βρίσκεται ανατολικά της Σπερχειάδας. Εκεί βρέθηκαν πολυάριθμα όστρακα που χρονολογούνται από τη 2η π.Χ. χιλιετία τουλάχιστον έως και τη ρωμαϊκή εποχή, άφθονα θραύσματα από κεραμίδια και βαρίδια αργαλειού που πιστοποιούν την ύπαρξη μεγάλου οικισμού  που άκμασε κυρίως τα ελληνιστικά χρόνια.

   

Η Μακρά Κώμη βρίσκονταν πάνω από τη σημερινή Μακρακώμη σε δυο λόφους, όπου αργότερα χτίστηκε το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Στην αρχαία λογοτεχνία η Μακρά Κώμη αναφέρεται μόνο σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα καταστροφή από τους Αιτωλούς. Η πόλη ήταν ιδιαίτερα σπουδαία διότι έλεγχε τη  στενή διάβαση δια μέσου της Γιαννιτσούς προς τη Θεσσαλία. Σώζονται ακόμα σημαντικά υπολείμματα τείχους, ενισχυμένου με πύργους, μήκους περίπου 1550 μ. Η χωριστά περιτειχισμένη ακρόπολη βρίσκονταν στον ψηλότερο λόφο που έχει ύψος 485 μ. Δεν μας είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε η πόλη. Το τείχος χρονολογείται στα 300 π.Χ. περίπου, όπως βεβαιώνεται από τα όστρακα που βρέθηκαν.  Άλλα ευρήματα που να μεταθέτουν την ίδρυση της πόλης νωρίτερα δε μας είναι γνωστά. Χαρακτηριστικά  είναι τα ντόπια πήλινα ελαφρά ψημένα σκεύη σε κοκκινωπό χρώμα, τα οποία βρίσκονται σε όλες τις αρχαίες τοποθεσίες της κοιλάδας και παράγονται έως και τη ρωμαϊκή εποχή.

   

Η Σωσθενίς ( Σεσθωνίς) εικάζεται ότι βρίσκονταν επί της αριστερής όχθης του ποταμού Ινάχου (Βίστριζα) κοντά στον  Αγιο Σώστη , καθόσον  ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ  την αναφέρει ως Αγισυστίνη. Πιθανότατα κτίσθηκε μετά το 279 π.Χ., προς τιμήν του Μακεδόνα στρατηγού Σωσθένη , ο οποίος πολέμησε γενναία και κατατρόπωσε τους εισβολείς Γαλάτες. Στην ίδια επιγραφή των Δελφών που προαναφέρθηκε αναγράφεται και η φράση  « Εν Σωσθενίδι Φειδίας Αγρολέωνος». Μνημονεύεται επίσης και από το γεωγράφο Πτολεμαίο.

   

Η Λάτυια βρίσκονταν πιθανόν στο  άνω μέρος της κοιλάδας. Μαρτυρία για την πόλη αυτή έχουμε από μια επιγραφή επί λίθου των ελληνιστικών χρόνων που βρέθηκε στην Υπάτη  και στην  οποία αναφέρεται ότι η πόλη Λάτυια ιδρύθηκε από τον Υπαταίο Σώσανδρο. (Δελτίο ελλην. Αλληλογραφίας ,έτος Ι. 1877, σελ. 119).

   

Κοντά στο Περιβόλι και τον Ίναχο ποταμό υπήρχε ένας αρχαίος οικισμός, τα υπολείμματα του οποίου βρέθηκαν μπροστά από τη βόρεια είσοδο του χωριού. Βρέθηκαν όστρακα από καλής ποιότητας αγγεία που μαρτυρούν  την ύπαρξη του οικισμού και στη μυκηναϊκή εποχή (2η χιλιετία π.Χ.). Επίσης υπάρχουν δείγματα σχεδόν όλων των ειδών κεραμεικής της 1ης χιλιετίας π.Χ., όπου πάλι παρατηρείται μια ακμή στην περίοδο μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. Σ’ αυτή την εποχή (4ο-3ο αι. π.Χ.) χρονολογείται και το σπουδαιότερο μνημείο που βρέθηκε ως τώρα στη δυτική περιοχή της κοιλάδας του Σπερχειού , ένας μεγάλος τάφος κτισμένος από καλοδουλεμένους τετραγωνισμένους ογκόλιθους. Ανήκει στο λεγόμενο μακεδονικό τύπο με θολωτή στέγη . Το εσωτερικό των τοίχων ήταν καλυμμένο με κονίαμα και πιθανόν ζωγραφισμένο.

   

Στο Γαρδίκι και στη θέση «Μάρμαρα» σώζονται ερείπια αρχαίου κτίσματος που έχει τη μορφή φρουριακού συγκροτήματος . Κατασκευάστηκε πιθανότατα από τους Αιτωλούς. Επίσης μικρής έκτασης οχύρωση σε σχήμα Π, που πρέπει να ανήκει στην ελληνιστική περίοδο , βρέθηκε 4 χλμ ΝΑ των Μαρμάρων , από την οποία και πήρε το όνομά του το χωριό.

   

Οι οχυρώσεις κατά σειρά Μαρμάρων, Περιβολίου, Ελληνικών , Καστρόρραχης , Μακρακώμης και η μορφολογία του εδάφους μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε οδική αρτηρία που ένωνε δια μέσου της κοιλάδας του Σπερχειού την Αιτωλία και τη Δωρίδα με τη Θεσσαλία. Ο δρόμος αυτός, ακολουθώντας την πορεία του Ινάχου παρέκαμπτε από ανατολικά τα υψώματα του Γουλινά και από έναν αυχένα μεταξύ Οίτης και Βαρδουσίων οδηγούσε στη Δωρίδα. Τη διαδρομή αυτή φαίνεται να ακολούθησαν οι Αιτωλοί το 198 π.Χ. στην εκστρατεία τους προς τη Θεσσαλία .  

   

Κλείνοντας , μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι κάτοικοι της κοιλάδας του Σπερχειού, καθ’ όλη την ιστορική τους διαδρομή, υπήρξαν φορείς και κοινωνοί πολιτισμικών φαινομένων στη διαμόρφωση των οποίων δεν έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, αλλά ευρισκόμενοι πάνω σε ένα σταυροδρόμι δέχτηκαν και επηρεάστηκαν από όλα τα ρεύματα της εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας .

 

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

Αβραάμ Κώστας: «Αινιάνες». Περιοδικό «Στερεά Ελλάς». Αθήνα 1970.

Βορτσέλας Ιωάννης: «Φθιώτις». Αθήνα 1907.

Δακορώνια Φανουρία: «Ιστορική και αρχαιολογική ανασκόπηση τηςκοιλάδας του Σπερχειού». Εφημ. « Λαμιακός τύπος». Λαμία 1996.

« Μάρμαρα. Τα υπομυκηναϊκά νεκροταφεία των τύμβων». Αθήνα 1987.

Παπαναγιώτου Τριαντάφυλλος: « Ιστορία και μνημεία της Φθιώτιδας».  Αθήνα 1971.

Ιστορική-αρχαιολογική έρευνα Schurmann Wolfang dr 

Αναζήτηση στο site