ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ (β΄ μέρος)

2014-06-24 17:06

 

Στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας η περιοχή η Δυτική Φθιώτιδα  ανήκε, όπως και όλη η Φθιώτιδα, στην επαρχία Αχαϊας που είχε πρωτεύουσα την Κόρινθο. Η Υπάτη ήταν και τότε η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής. Τη χάρη της, τη λαμπρότητά της ,καθώς και την τερπνότητά της πολλές φορές εξύμνησαν Ρωμαίοι ποιητές. Στα χρόνια του Νέρωνα (54-68 μ.Χ.) κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Υπάτη ο Ηρωδίων, συγγενής του αποστόλου Παύλου και ένας από τους εβδομήκοντα αποστόλους. Ο Ηρωδίων χειροτονήθηκε επίσκοπος Νέων Πατρών, ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους της πόλης και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

 

Κατά τους πρώτους αιώνες μ.Χ. η περιοχή ακολουθεί την τύχη ολόκληρης της επαρχίας, τόσο από διοικητικής, όσο και από εκκλησιαστικής πλευράς. Το 396 και το 398  η Φθιώτιδα δεινοπάθησε από την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου, μάλιστα δε η Λαμία γνώρισε μεγάλη καταστροφή. Το 431 στη Γ' Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσσου συμμετείχαν και οι επίσκοποι Λαμίας Σεκονδιανός και Υπάτης Παυσιανός, όπως αναφέρουν τα πρακτικά.

 

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565) ο Γεωγράφος Ιεροκλής αναφέρει στο σύγγραμμά του « Συνέκδημος» ότι τότε στο Βυζαντινό κράτος υπήρχαν 64 επαρχίες και 912 πόλεις. Για τη Φθιώτιδα αναφέρει 3 πόλεις, Λαμία, Ύπατα, Εχίναιον (Εχινός) που ανήκαν στην επαρχία Θεσσαλίας. Το 539 ή 540 έγινε από βορά η πρώτη μεγάλη σλαβική επιδρομή που ανάγκασε τον Ιουστινιανό να οχυρώσει με ισχυρά τείχη τη Θεσσαλία και βέβαια και την Υπάτη.

 

Το 577 εκατό χιλιάδες περίπου Σλάβοι πολεμιστές, Σκλαβηνούς τους αποκαλούσαν οι  Βυζαντινοί, προερχόμενοι από περιοχές νότια του Δούναβη ,εισέβαλλαν και λεηλάτησαν το μεγαλύτερο μέρος του ελλαδικού χώρου. Αυτό επαναλήφθηκε κι άλλες φορές. Η εισβολή αυτή των Σλάβων υπήρξε η αφορμή να διατυπώσει ο Γερμανός ιστορικός Φαλμεράιερ τη γνωστή ανθελληνική θεωρία του ότι τότε συντελέστηκε η εξόντωση και η εξαφάνιση της ελληνικής φυλής. Η θεωρία βέβαια αυτή ανασκευάστηκε πολύ εύκολα από Έλληνες και ξένους ιστορικούς και ερευνητές. Τα μόνα ίχνη από την εισβολή και παραμονή Σλάβων στην περιοχή μας είναι τα διάφορα ονόματα που σώζονται μέχρι σήμερα, όπως χωριών ( Μούστροβο, Λιάσκοβο, Σμόκοβο, Μάντετση, κ.ά.), ποταμών (Βίστριζα), ζώων και αντικειμένων ( ασβός, γκουστέρα, ζουλάπι, βαγένι, καρβέλι, κοτέτσι, κρινί, σανός, σβάρνα, στάνη, τσαντήλα κ.ά.) ,καθώς και μερικά άλλα ( δραγάτης, τσέλιγκας, στάνη, βάβω, λουγκάς).

 

Το 869, στην Οικουμενική Σύνοδο της Κων/πόλεως, αναφέρεται στα πρακτικά για πρώτη φορά η Λαμία ως Ζητούνι και το 879 πάλι στην Οικουμενική της Κων/πόλεως αναφέρεται η Υπάτη πάλι ως Νέα Πάτρα.

 

Επιδρομές και μάλιστα επικίνδυνες στη χώρα μας έκαναν και οι Βούλγαροι. Ηττήθηκαν όμως οριστικά το 995 στο Σπερχειό από το στρατηγό του αυτοκράτορα Βασιλείου Βουλγαροκτόνου Νικηφόρο Ουρανό κι έτσι απαλλάχτηκε η κυρίως Ελλάδα και η Πελοπόννησος από τη βουλγαρική κυριαρχία. Ξένοι περιηγητές μας πληροφορούν  ότι στα μετέπειτα χρόνια η περιοχή μας ονομαζόταν Βλαχία. Βλάχος στα σλαβικά σημαίνει βοσκός και εικάζεται ότι προέρχονταν από λατίνους αποίκους ή από εκρωμαϊσθέντες Έλληνες. Επί αυτοκρατορίας Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118)  στη Μητρόπολη Νέων Πατρών υπάγονταν και οι Επισκοπές Κουτσιάγρου, Σιβίκτου και Βαριάνης. Κατά το Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ ( Ταξίδια στην Ελλάδα, τόμος 3ος ,σελ. 66) έδρα της Επισκοπής Κουτσιάγρου ήταν τα Στίρφακα, της Σιβίκτου η Αγυσιστίνη ( Άγιος Σώστης) και της Βαριάνης η Μακρακώμη.  Μετά την άλωση της Πόλης το 1204  από τους Σταυροφόρους και τη διανομή των εδαφών  από τους Φράγκους συστήθηκε η βαρωνεία του Ζητουνίου που υπαγόταν στο βασίλειο της Θεσσαλονίκης και το 1275 περιήλθε στην κυριαρχία των Κομνηνών Αγγέλων, ηγεμόνων του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το 1319 η περιοχή καταλήφθηκε από τους Καταλάνους Ισπανούς μέχρι το 1393. Τότε  ιδρύθηκε το δουκάτο Νέων Πατρών και οχυρώθηκε και το φρούριο της Λαμίας. Το 1393 ο επίσκοπος Ζητουνίου Σάββας παρακινούμενος από μίσος και φανατισμό κατά των Λατίνων προσκάλεσε τους Τούρκους και κατέλαβαν τη Λαμία. Το 1402 ο δεσπότης της Πελοποννήσου Θεόδωρος κατέλαβε  τη βαρωνεία Ζητουνίου  για να την επανακαταλάβουν για δεύτερη φορά οι Τούρκοι με το Μωάμεθ Α το 1416. Το 1423 ο Κατακουζηνός Στραβομύτης απάλλαξε την περιοχή από τον τουρκικό ζυγό, η οποία προσαρτήθηκε στο κράτος της Κων/πόλεως. Το 1444 ο Κων/νος Δραγάσης, γιος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ, καταλαμβάνει το Ζητούνι στην προσπάθειά του να αναστήσει στην Πελοπόννησο το Βυζάντιο, το οποίο βρισκόταν ,ήδη, στο τέλος του. Μάταια όμως γιατί το 1446 το Ζητούνι και μέχρι το 1470 ολόκληρη η Φθιώτιδα υποτάχθηκαν οριστικά σους Τούρκους. Σθεναρή αντίσταση προέβαλαν οι Τυμφρήστιοι οι οποίοι τελικά παραδέχτηκαν την τουρκική εξουσία δια συμβιβασμού, εξασφαλίζοντας κάποια προνόμια, όπως  μικρό φόρο και αυτοδιοίκηση.

 

Οι Τούρκοι για να διοικούν καλύτερα τις κατακτημένες περιοχές τις χώρισαν σε επαρχίες, σαντζάκια και καζάδες. Πολλές επαρχίες μαζί αποτελούσαν σαντζάκιο, όπου υπήρχε έδρα μεγάλης μονάδας τουρκικού στρατού. Οι καζάδες ήταν μικρές δικαστικές περιφέρειες, όπου είχε την έδρα του ο καδής (δικαστής) . Η επαρχία Πατρατζικίου ( Νέων Πατρών) ανήκε στο σαντζάκιο Ναυπάκτου και η επαρχία Ζητουνίου στο σαντζάκιο Ευρίπου ( Εύβοιας). Κάποια χωριά του Τυμφρηστού ανήκαν στην επαρχία Αγράφων και στο σαντζάκιο Τρικάλων αντίστοιχα. Στον καζά Νέων Πατρών, στα χρόνια του Αλή Πασά, υπάγονταν τα τότε χωριά: Πατρατζίκι, Λιανοκλάδι, Αμούρ, Μεξιάτες, Περιβόλια, Στέρφικα, Ζιέλι, Παλιούρι, Γδαρμένη Ράχη, Βαρμπόπη, Κούρνοβο, Καλαμάκι, Σκόρλια, Λιτόσελο, Ζόπσι, Στρεμνού, Καμπιά, Συκέα, Τζούκα, Καστανιά, Μάντετζη, Ζήμνιανη, Μπρούφλιανη, Ροβολιάσι, Χαλίζη, Πάλα, Αγιοσώστης.

 

Κάθε πόλη, κωμόπολη, χωριό ή και ομάδα χωριών αποτελούσε κοινότητα που είχε νομική οντότητα. Τη διοίκηση ασκούσε η δημογεροντία. Οι δημογέροντες ονομάζονταν πρόκριτοι ή προεστοί. Οι Τούρκοι τους αποκαλούσαν κοτσαμπάσηδες ,οι οποίοι συνήθως ήταν οι μεγαλύτεροι ακτήμονες και διατηρούσαν ισόβια αυτόν τον τίτλο. Έργο τους η είσπραξη των φόρων και η επίλυση κάθε διοικητικής και μικροαστικής διαφοράς. Οι ποινικές υποθέσεις ήταν αρμοδιότητα του καδή.

 

Από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας άρχισε η μετανάστευση πληθυσμών προς τις χώρες του εξωτερικού ,αλλά και η εσωτερική μετακίνηση από τα καμποχώρια προς τα ορεινά και δυσπρόσιτα μέρη και η ίδρυση χωριών, τα περισσότερα των οποίων διατηρούνται και σήμερα.  Τα καμποχώρια οι Τούρκοι τα διαίρεσαν σε τσιφλίκια και τα μοίρασαν στους αξιωματούχους μουσουλμάνους. Η σημερινή Σπερχειάδα ήταν τσιφλίκι Τούρκου αγά, γιαυτό και η πρώτη ονομασία του χωριού ήταν, μέχρι το 1904, Αγά. Αυτή η κατάσταση των τσιφλικιών διατηρήθηκε καθόλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας  και αποτέλεσε τον κανόνα για όλα σχεδόν τα χωριά της Φθιώτιδας. Οι Τούρκοι άφηναν τους σκλαβωμένους Έλληνες, τους ραγιάδες, να κατέχουν σπίτια, κτήματα και ζώα, αλλά έπρεπε να πληρώνουν φόρο. Φόρο επίσης πλήρωναν όλοι οι ραγιάδες για να γλιτώνουν το κεφάλι τους, τον λεγόμενο κεφαλικό. Στα ορεινά χωριά η γη ανήκε στο Σουλτάνο. Σπάνια αξιωματούχος πατούσε το πόδι του εκεί πάνω να φυτέψει  κανένα δέντρο και ν’ αποκτήσει κυριότητα. Συνήθης ήταν η δια της βίας αρπαγή των περιουσιών. Για το λόγο αυτό πολλοί δώριζαν τα κτήματά τους στην Εκκλησία, στην οποία οι κατακτητές είχαν παραχωρήσει το προνόμιο να έχει τη δική της αναπαλλοτρίωτη περιουσία. Τα κτήματα αυτά ο λαός τα αποκαλούσε «βακούφια». Αρκετά τέτοια κτήματα κατείχε η Μονή Αγάθωνος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το χωριό Μούσδροβο. Οι χωρικοί επίσης πλήρωναν ως φόρο για τα γεωργικά τους προϊόντα το ένα πέμπτο της παραγωγής τους. Για να είναι δε νόμιμες οι πωλήσεις  περιουσιακών στοιχείων εκδίδονταν από τον καδή τίτλοι ιδιοκτησίας, τα χοτζέτια. Ως αξιόλογη κοινωνικοοικονομική δραστηριότητα στην περιοχή ,τους δύσκολους εκείνους καιρούς, αξίζει να αναφέρουμε το παζάρι που γινόταν στην τοποθεσία που σήμερα αποκαλείται «Διπόταμο» ή «Αλλαή». Βρίσκεται στη συμβολή των παραποτάμων της Βίστριζας Σμοκοβίτη και Γαρδικιώτη. Εκεί υπάρχει ένα πλάτωμα όπου οι ορεινοί αντάλλαζαν τα προϊόντα τους με τους καμπίσιους. Ήταν το παζάρι της εποχής.

 

Σημαντικό ιστορικό λόγο διαδραμάτισαν την περίοδο εκείνη τα μοναστήρια της περιοχής. Η Μονή Αγάθωνος, χτισμένη σε μια δασώδη πλαγιά της Οίτης, στα 1400 περίπου, από το μοναχό Αγάθωνα, ήταν λημέρι των αρματωλών της περιοχής Κοντογιανναίων. Εκεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς λειτουργούσαν Κρυφό Σχολειό και η περίφημη Σχολή Αγάθωνος. Στη σχολή αυτή ,που από το 1742 μεταφέρθηκε στην Υπάτη, δίδαξαν επιφανείς λόγιοι της εποχής και εκπαιδεύτηκαν πάρα πολλοί μοναχοί, ιερείς και κάτοικοι της γύρω περιοχής. Η πλούσια βιβλιοθήκη της Μονής  καταστράφηκε ολοσχερώς σε μια επιδρομή του Ομέρ Βρυώνη.   

 

Προεπαναστατικά, κυρίαρχη κλεφταρματωλική ομάδα στην περιοχή ήταν αυτή των Κοντογιανναίων, με έδρα το Πατρατζίκι. Πρώτος καπετάνιος του αρματωλικιού ο Σπανός και τελευταίος ο Μήτσος Κοντογιάννης. Στα 1770 περίπου ορίστηκε αρματωλός Πατρατζικίου ο Γιάννης Κοντογιάννης, που πήρε το επώνυμο αυτό επειδή ήταν πολύ κοντός, καταγόμενος από το Βάλτο. Στα 1795 τον διαδέχτηκε ο γιος του Μήτσος, ο οποίος το 1807 έχασε το αρματωλίκι από τους Κατσουδαίους.

 

Οι Κατσουδαίοι ,αξιόμαχη κλεφταρματωλική ομάδα, είχε αρχηγό τον Τριαντάφυλλο Κατσούδα ,από τη Φτέρη. Ήταν για σαράντα περίπου χρόνια το φόβητρο των Τούρκων σε ολόκληρη την περιοχή. Έχοντας σαν ορμητήριο το Γουλινά oι Κατσουδαίοι στρατολογούσαν κλέφτες από τα ορεινά χωριά κι έκαναν συχνές επιδρομές στα τουρκοκρατούμενα χωριά του κάμπου. Ο πανούργος Αλή Πασάς για να απαλλαγεί απ αυτούς πρότεινε στον Κατσούδα φιλία και συμμαχία και τον αναγνώρισε αρχηγό του αρματωλικιού Πατρατζικίου, αφαιρώντας την αρχηγία από το Μήτσο Κοντογιάννη. Λίγα  χρόνια αργότερα ο Αλής προσκάλεσε τον Κατσούδα στα Γιάννενα υποσχόμενος ανανέωσης της αρχηγίας. Αντί όμως για υπόσχεση ο Κατσούδας βρήκε τραγικό θάνατο. Λίγες μέρες νωρίτερα ο υπαρχηγός του Κατσούδα Φλώρος με 17 παλικάρια του παρασύρθηκαν σε παγίδα από το δερβέναγα του Αλή Μουχτάραγα κοντά στον Άγιο Σώστη και αποκεφαλίστηκαν όλοι, πλην ενός. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος των Κατσουδαίων( Λάμπου Ανδρέα: «Ιστορία Φτέρης -φθιώτιδος» Αθήνα 1973, σελ. 40-59).

 

Στα 1812 ο Κοντογιάννης ξαναπήρε το αρματωλίκι του ,δίνοντας εγγυήσεις στον Αλήπασα. Σημειώνεται ότι από το 1790 περίπου η Φθιώτιδα αλλά και όλη η Ρούμελη ήταν τσιφλίκι του Πασά των Ιωαννίνων.

 

 

Περίοδος της Επανάστασης

 

Το Μάρτιο του 1821 ξέσπασε η Επανάσταση και μετά τις πρώτες επιτυχίες των Ελλήνων, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας Διάκος , Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς συναντήθηκαν τον Απρίλιο στις Κομποτάδες  με σκοπό  να αποφασίσουν για το μέλλον του Αγώνα στην περιοχή της Φθιώτιδας. Στη σύσκεψη αυτή προσκλήθηκε και ο οπλαρχηγός της Υπάτης Μήτσος Κοντογιάννης, αλλά αυτός προφασιζόμενος ότι είναι ανέτοιμος αρνήθηκε να συμμετάσχει. Οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν τη συνέχιση του αγώνα, τη θανάτωση όλων των συλληφθέντων μέχρι τότε Τούρκων αιχμαλώτων, την κατάληψη της Λαμίας και της Υπάτης, καθώς και την αναχαίτιση της μεγάλης τουρκικής στρατιάς  προερχόμενης από τη Θεσσαλία , που με αρχηγούς τον Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ θα διήρχετο από τη Λαμία με προορισμό την Πελοπόννησο, για την καταστολή της Επανάστασης. Στις 18 Απριλίου οι τρεις οπλαρχηγοί με τη συνδρομή του Κοντογιάννη, ο οποίος τελικά πείστηκε να λάβει μέρος στην Εξέγερση, πολιόρκησαν την Υπάτη που την υπεράσπιζαν 800 Τούρκοι και Αλβανοί στρατιώτες. Οι εχθροί  αντιστάθηκαν πεισματικά αλλά τελικά αναγκάστηκαν να διαπραγματευθούν την παράδοση της πόλης , η οποία όμως δεν έγινε ποτέ γιατί στο μεταξύ κατέφθασε η στρατιά των Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ και στρατοπέδευσε στον κάμπο του Λιανοκλαδιού. Έτσι ούτε η Υπάτη καταλήφθηκε , αλλά και ούτε η επίθεση εναντίον της Λαμίας πραγματοποιήθηκε έγκαιρα, λόγω κωλυσιεργίας του Κοντογιάννη. Οι οπλαρχηγοί διασκορπίστηκαν και ο Αθανάσιος Διάκος βρήκε μαρτυρικό θάνατο στην Αλαμάνα.

 

Οι επόμενες πολεμικές συγκρούσεις  καταγράφονται την άνοιξη του 1822. Η πολυάριθμη στρατιά του Δράμαλη που κατέβαινε από τη Λάρισα προς την Πελοπόννησο, στρατοπέδευσε για λίγο διάστημα στον φθιωτικό κάμπο. Τον Απρίλιο οι οπλαρχηγοί Πανουργιάς, Κοντογιάννης, Σκαλτσοδήμος και Σαφάκας επιχείρησαν ξαφνική νυχτερινή έφοδο στην Υπάτη για να συλλάβουν ζωντανό το Δράμαλη, που ξεκουραζόταν εκεί και παραλίγο να τα καταφέρουν. Το Μάιο οι Σκαλτσοδήμος, Δυοβουνιώτης, Σαφάκας, Κοντογιανναίοι, Γιολδασαίοι , με τη συνδρομή του Μωραϊτη οπλαρχηγού Νικηταρά και με 3.000 στρατιώτες επιχείρησαν κατάληψη της Υπάτης. Ο Δράμαλης όμως έριξε στη μάχη άφθονο στρατό και ματαίωσε τα σχέδια των Ελλήνων τους οποίους και  διασκόρπισε στα γύρω βουνά. Η Υπάτη ήταν πολύ καλά οχυρωμένη από τους Τούρκους γιατί βρισκόταν σε πλεονεκτική στρατηγική θέση, καθόσον ήλεγχε τη διάβαση από τη Φθιώτιδα προς τη Βοιωτία και τη Φωκίδα και αντίστροφα. Στη συνέχεια ο Δράμαλης διέταξε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή για να την απαλλάξει από τους επαναστάτες, ώστε απερίσπαστος να συνεχίσει το δρόμο του προς το Μωριά. Ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Ανδρίτσος Σαφάκας και άλλοι μικρότεροι καπεταναίοι, όπως ο Χαλμούκης, ο Φαρμάκης, ο Πιστιόλης και ο Σελιανίτης Αντρέας Σπανός, κατέφυγαν στη Σέλιανη (τα σημερινά Μάρμαρα), οχύρωσαν το χωριό και περίμεναν τα τούρκικα αποσπάσματα. Οι μάχες κράτησαν 8 μέρες και τελικά οι Τούρκοι έκαμψαν την αντίσταση των υπερασπιστών και προέβησαν σε λεηλασίες και καταστροφές. (βλ. Η μάχη της Σέλιανης)

 

Τον Αύγουστο του ιδίου έτους,ισχυρή τουρκική δύναμη επιχείρησε να διασχίσει το Μακρυκάμπι για να φθάσει στη Φωκίδα, αλλά βρήκε το δρόμο κλειστό και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω και να αλλάξει διαδρομή. Το Μακρυκάμπι είναι ένα πανέμορφο οροπέδιο άνω στην Οίτη και τα χρόνια εκείνα χρησιμοποιήθηκε ως λημέρι των Κοντογιανναίων και των οπλαρχηγών Λιδωρικίου Σκαλτσοδήμου και Κραβάρων Σαφάκα (καταγόταν από τη Μπρούφλιανη). Οι ιστορικοί της Επανάστασης αναφέρουν μάχες στο Μακρυκάμπι τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1824 και το 1827. Οι ιστορικοί επίσης αναφέρουν μάχες το 1823 και 1824 στο Αγά (σημερινή Σπερχειάδα) και στο Κλωνί εναντίον του Τελεχά Μπέη.

 

Οι Κοντογιανναίοι   διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή μας κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Ο Μήτσος Κοντογιάννης ήταν η ψυχή της Επανάστασης στην επαρχία του  Πατρατζικίου. Κατηγορήθηκε από πολλούς ότι καθυστέρησε να λάβει μέρος σ΄ αυτήν. Όμως πολέμησε με ηρωϊσμό  σε πολλές μάχες και μάλιστα κλείστηκε, παρά τη μεγάλη ηλικία του,  στο Μεσολόγγι, παίρνοντας μέρος στην Έξοδο. Δαπάνησε μεγάλα ποσά στον Αγώνα και πέθανε το 1847 στην Άνω Καλλιθέα, σε βαθιά γηρατειά. Κοντά του πολέμησαν με γενναιότητα τα παιδιά του Βαγγέλης και Νικολός (σκοτώθηκε το 1823), καθώς και  τ’ ανίψια του Νικολάκης και Σπύρος. Ο τελευταίος, που σκοτώθηκε το 1825 μέσα στο Μεσολόγγι, θεωρείται ως κυρίως υπεύθυνος για το ξεκλήρισμα των Χαντζισκαίων του Μαυρίλλου. Στα μετεπαναστατικά χρόνια απόγονοί των διετέλεσαν δήμαρχοι Σπερχειάδος και βουλευτές.

 

Το Σεπτέμβριο του 1828, ισχυρή δύναμη 3.000 Τουρκαλβανών με αρχηγό τον Ασλάμπεη, ξεκίνησε από το Πατρατζίκι  με προορισμό να απελευθερώσει τους πολιορκημένους Τούρκους της Λουμποτινάς (σημερινή άνω Χώρα), πρωτεύουσας των Κραβάρων. Σχεδίαζαν να φτάσουν εκεί δια μέσου Γαρδικίου και Γραμμένης Οξυάς τσακίζοντας στο πέρασμά τους κάθε ελληνική αντίσταση. Στο διάσελο της Οξυάς τους επιτέθηκε με 400 άντρες ο Σουλιώτης χιλίαρχος Λάμπρος Τζαβέλας, που είχε εντολή από το Δημήτριο Υψηλάντη να απελευθερώσει πάση θυσία τις περιοχές Κραβάρων και Λιδωρικίου. Η μάχη κράτησε 4 ώρες , οι Τουρκαλβανοί νικήθηκαν και υποχώρησαν προς το Γαρδίκι,  ανασυντάχθηκαν στου Βλαχιώτη το μνήμα και συνέχισαν την πορεία τους δυτικότερα, αφήνοντας πίσω τους 100 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. (βλ. Οξυά και Σαράνταινα).

 

Στη συνέχεια ο Τζαβέλας με το χιλίαρχο Γιάννη Σκρέτα κατέβηκαν προς τη Φθιώτιδα, ενώθηκαν με το Βαγγέλη Κοντογιάννη και κατέλαβαν όλη την περιοχή, νότια του Σπερχειού και δυτικά της Βίστριζας, υλοποιώντας την εντολή του Κυβερνήτη Καποδίστρια να απελευθερωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές, εν όψει των διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους για τα σύνορα του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους. Μετά τη μάχη της Πέτρας (12 Απριλίου 1829) και την υπογραφή στο Λονδίνο από τις Μεγάλες Δυνάμεις του Πρωτοκόλλου για την κατάπαυση των εχθροπραξιών (3-2-1830), η κατάσταση στην κοιλάδα του Σπερχειού ήταν συγκεχυμένη. Όρια δεν είχαν ακόμη χαραχτεί, Τούρκοι εισέρχονταν σε απελευθερωμένα ελληνικά εδάφη και αντιστρόφως, ενώ συμμορίες ληστών λήστευαν τουρκικά χωριά. Ο Καποδίστριας έστειλε τον Κων/νο Μεταξά, ως έκτακτο επίτροπο ανατολικής Στερεάς, ο οποίος κατόρθωσε να επιβάλει την τάξη. Ευρισκόμενος ο Μεταξάς, τον Οκτώβριο του 1829 στη Σέλιανη, συγκάλεσε επαρχιακή συνέλευση και σύστησε την Επαρχιακή Ελληνική Δημογεροντία Πατρατζικίου, η οποία θα διοικούσε τον τόπο που βρισκόταν σε ελληνικά χέρια εν ονόματι της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Την αποτέλεσαν οι Κωνσταντής Γαρδίκης, Χριστόφορος Τζιάπης, Ιωάννης Ζυγούρης και Νίκος Φτέρης, ο οποίος διορίστηκε από το Μεταξά και ειρηνοδίκης. Η έδρα της Δημογεροντίας μεταφέρθηκε λίγους μήνες αργότερα στη Φτέρη και τον Οκτώβριο του 1830 στο Αγά. 

 

Η ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας της Φθιώτιδας καθυστέρησε αρκετά γιατί οι Τούρκοι επέμειναν να κρατήσουν το Ζητούνι και τα σύνορα όσο το δυνατόν νοτιότερα. Ο εύφορος φθιωτικός κάμπος και η θέση- κλειδί του Ζητουνίου, έκαναν την ομώνυμη επαρχία φιλονικούμενη περιοχή. Χρειάστηκαν πολύμηνες και σκληρές διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις ώστε να οριστούν τα τελικά σύνορα μεταξύ Τουρκίας και ελληνικού Βασιλείου. Το τελευταίο και οριστικό πρωτόκολλο υπογράφτηκε στο Λονδίνο στις 18/30 Αυγούστου 1832 και καθόριζε ότι το προς βορράν έδαφος του νομού και της Ελλάδος έφτανε ως την κορυφή της Όθρης και έβγαινε στην κορυφή του Τυμφρηστού (γραμμή Παγασητικού- Αμβρακικού). Για να μείνει στην ελληνική Επικράτεια και η βόρεια περιοχή του Σπερχειού, πληρώθηκαν στους Τούρκους 10.000.000 γρόσια επιπλέον του ποσού των 30.000.000, που είχαν συμφωνηθεί να πληρωθούν ως αποζημίωση με σύνορα όμως το Σπερχειό ποταμό. Στις 14/26 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, η Οθωμανική Πύλη αποδέχτηκε την τελική ρύθμιση των ελληνοτουρκικών συνόρων. Στις 10 Φεβρουαρίου 1833 και αφού είχαν καθοριστεί τα όρια λεπτομερώς από μεικτή επιτροπή, εκδόθηκε β.δ. «περί  καταλήψεως της Φθιώτιδας», σύμφωνα με τη χαραχθείσα οροθετική γραμμή. Στις 28 Μαρτίου, ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το Ζητούνι και η περιοχή μας, απελευθερωμένη με τα όπλα από το 1828, συμπεριλήφθηκε  τελικά στο νεοελληνικό κράτος.

 

Σε άλλο κεφάλαιο ο αναγνώστης θα βρει κατάλογο αγωνιστών του 1821. Τους αντιγράψαμε από το πολύ αξιόλογο βιβλίο του συμπατριώτη συγγραφέα κ. Νίκου Αντωνόπουλου «Η Δυτική Φθιώτιδα στη φωτιά του 21», προϊόν μακρόχρονης έρευνας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

 

Περίοδος 1833-1881

Με την άφιξη του νεαρού βασιλιά Όθωνα, άρχιζε η μεγάλη προσπάθεια ανόρθωσης του κράτους. Την περίοδο αυτή την περιοχή μας απασχόλησε σημαντικά το γαιοκτησιακό καθεστώς, το πρόβλημα δηλαδή διαδοχής της κυριότητας. (Βλέπε το σχετικό κεφάλαιο)

Η περιοχή μας, σαν παραμεθόριος, δεινοπάθησε την περίοδο εκείνη από τη ληστοκρατία. Έργο των ληστών, που έβρισκαν καταφύγιο στο τουρκικό έδαφος ή και σε νομάδες κτηνοτρόφους, ήταν οι αρπαγές, οι απαγωγές, οι λεηλασίες και οι φόνοι. Το επίσημο τότε κράτος προσπάθησε με τα όπλα αλλά και με νομοθετικά μέτρα να την καταπολεμήσει. Το 1833 ιδρύθηκε η Χωροφυλακή, το 1835 η Φάλαγγα- στην οποία εντάσσονταν κυρίως καπετάνιοι και αγωνιστές του 21- και το 1838 το Στρατοδικείο Λαμίας, για την εκδίκαση υποθέσεων ληστείας. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα κρούσματα ληστείας σημειώθηκε στο Γαρδίκι, τον Ιανουάριο του 1868. Η συμμορία του Αρβανιτάκη συνέλαβε ομήρους το δάσκαλο και τους μαθητές του σχολείου, ζητώντας λύτρα από τους γονείς. Αφού σκότωσαν δύο παιδιά, οι ληστές απελευθέρωσαν τελικά τους αιχμαλώτους.

Άλλες συμμορίες που έδρασαν στην περιοχή μας ήταν του Καλαμάτα, του Κολότσου, του Φονιά, του Μπέλεχα, του Κελεπούρη, του Αγραφιώτη κ.α.

Στα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου επίσης καταγράφονται το κίνημα φιλελεύθερων αξιωματικών της Φθιώτιδας το 1848 κατά της Οθωνικής Μοναρχίας και η εισβολή, το 1854, εθελοντών αξιωματικών της Φάλαγγας και αγωνιστών του 21 στη θεσσαλία, με σκοπό την απελευθέρωσή της. Και στις δύο αυτές αποτυχημένες απόπειρες συμμετείχε και ο συνταγματάρχης Βαγγέλης Κοντογιάννης.

 

 

Περίοδος 1881-1940

 

Το Μάρτιο του 1881, το Συνέδριο του Βερολίνου, που συνήλθε μετά τη λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878), αποφάσισε την παραχώρηση της Θεσσαλίας-πλην της Ελασσόνας- στην Ελλάδα. Έτσι η οροθετική γραμμή μετατοπίστηκε από την Όθρη βορειότερα. Τον Απρίλιο του 1897, η πατρίδα μας επιπόλαια και ανέτοιμη επιτέθηκε στην Τουρκία. Ο ολιγάριθμος και ανοργάνωτος στρατός μας γρήγορα υποχώρησε και ένα μεγάλο τμήμα Θεσσαλών προσφύγων πλημμύρισε τη Φθιώτιδα. Αρκετοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν για πολλές μέρες στη Φτέρη, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στη γεωργική καλλιέργεια της περιοχής.  

 

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908) πολλοί συμπατριώτες μας κατατάχθηκαν εθελοντές στα σώματα των Μακεδονομάχων και αρκετοί έχασαν και τη ζωή τους.

Στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13), αλλά και στην άτυχη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-22), εκατοντάδες αξιωματικοί και οπλίτες έδωσαν το παρόν στο εθνικό προσκλητήριο, με πολλούς νεκρούς και τραυματίες.

 

 

Περίοδος 1941-44

 

Στο έπος του 40, κληρωτοί και έφεδροι συμπατριώτες μας, όπως όλοι οι Έλληνες, έκαναν το καθήκον τους στα ηπειρωτικά και αλβανικά βουνά. Διοικητής της Στρατιάς Ηπείρου ήταν τότε ο Ιωάννης Πιτσίκας, από την Άνω Καλλιθέα. Το ίδιο και στα οχυρά της Μακεδονίας, κατά τη γερμανική επίθεση. Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα του Πάσχα, οι Γερμανοί έμπαιναν στη Λαμία και άρχιζε για ολόκληρη τη Φθιώτιδα η διπλή Κατοχή.

 

Στο μεγαλύτερο διάστημα της γερμανοϊταλικής Κατοχής η περιοχή μας βρισκόταν υπό τον έλεγχο του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στη Σπερχειάδα, από την άνοιξη του 1941 μέχρι την άνοιξη του 1942, στρατοπέδευε ένα ιταλικό τάγμα ιππικού, που αντικαταστάθηκε από ένα γερμανικό. Από το φθινόπωρο, το γερμανικό αυτό τάγμα είχε έδρα το Καστρί. Στο διάστημα αυτό, στη Σπερχειάδα και στα γύρω χωριά, είχαν αρχίσει μυστικά οι διεργασίες για οργανωμένη αντίσταση κατά των κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους. Κορυφώθηκαν το Μάιο του 1942, όταν στην Καλύβα του Στεφανή, 2 χλμ. βόρεια της Σπερχειάδας, σχηματίστηκε ο πρώτος πυρήνας της οργανωμένης ένοπλης αντίστασης. Πρωτεργάτες ο Θανάσης Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης), οι Σπερχειαδίτες Φώτης Μαστροκώστας (Θάνος) και Στέφανος Στεφανής, καθώς και οι Νίκος Λέβας, Βασίλης Ξηροτρούλιας. Το ιστορικό αυτό γεγονός, αποτέλεσε την κύρια αιτία για να αναγνωρισθεί το 1989, από την κυβέρνηση Εθνικής Συμφιλίωσης Τζανή Τζανετάκη, η Κοινότητα Σπερχειάδας σε δήμο, με το π.δ. 595/21-12-1989, για λόγους ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας. Πολλοί ήταν αυτοί που ακολούθησαν τον Βελουχιώτη ή πλαισίωσαν τα εφεδρικά και ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ, καθώς και τις μυστικές αντιστασιακές ομάδες και οργανώσεις.

 

Μέχρι τις αρχές του 1943, δεν είχαμε στην περιοχή μας αξιόλογες στρατιωτικές επιχειρήσεις και συμπλοκές. Στις 10 Μαρτίου του ’43, αντάρτες του ΕΛΑΣ έφεραν στη Σπερχειάδα αιχμαλώτους τους Σαράφη, Κωστόπουλο, Κωστορίζο-ηγετικά στελέχη ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων- με τους συντρόφους τους. Την άλλη μέρα οι Σαράφης, Κωστόπουλος οδηγήθηκαν στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, ενώ ο αεροπόρος Κωστορίζος με 3 συντρόφους του παραπέμφθηκαν σε δίκη, με την κατηγορία της επιορκίας και λιποταξίας. Στο ανταρτοδικείο, που είχε στηθεί στο καφενείο του Κοκαλιά, η δίκη κράτησε 3 μέρες και καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο. Εκτελέστηκαν , πλην ενός, στην Άνω Καλλιθέα, μαζί με 4 ζωοκλέφτες.

 

Η πρώτη μεγάλη γερμανική επιδρομή εκδηλώθηκε τον Απρίλιο, σε αντίποινα της εκτέλεσης 11 Γερμανών αξιωματικών και στρατιωτών στην Κολοκυθιά. Ήταν φρουροί στο ξυλουργικό εργοστάσιο Πλατυστόμου και είχαν συλληφθεί από τους αντάρτες. Οι επιδρομείς, αφού έκαψαν κάποια σπίτια στη Μακρακώμη, έφθασαν και στην έρημη από κατοίκους Σπερχειάδα, πυρπόλησαν λίγα σπίτια και αποχώρησαν. Οι Σπερχειαδίτες, σε όλες τις επιδρομές, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και κατέφευγαν για ασφάλεια στις πλαγιές του Γουλινά και στα γύρω ορεινά χωριά.

 

Στα μέσα περίπου του 1943, με απόφαση της επιτροπής του ΕΑΜ Στερεάς, μαζεύτηκαν στο Γαρδίκι νομικοί απ’ όλη τη Στερεά Ελλάδα για να ρυθμίσουν το θέμα της Λαϊκής Εξουσίας. Θεσπίστηκαν  μεταξύ των άλλων τότε, οι θεσμοί του Συμβουλίου Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, της Λαϊκής Δικαιοσύνης και των διαφόρων Λαϊκών Επιτροπών (με αρμοδιότητα την επισιτιστική, τη σχολική την εκκλησιαστική μέριμνα και λαϊκή ασφάλεια των ελεύθερων περιοχών). Από το καλοκαίρι επίσης το Γαρδίκι ήταν το κέντρο της Ελεύθερης Ελλάδας, αφού εκεί είχε την έδρα της η 13η Μεραρχία του ΕΛΑΣ, το Τάγμα Θανάτου και πολλές άλλες βοηθητικές υπηρεσίες.

 

Στις 11 Νοεμβρίου, γερμανικό σύνταγμα από τη Λαμία, που είχε προορισμό το Καρπενήσι και αποστολή την αποδιοργάνωση των αντάρτικων ομάδων της δυτικής Φθιώτιδας και τη συλλογή του οπλισμού των Ιταλών, που είχαν στο μεταξύ παραδοθεί, στο πέρασμά του από τη Σπερχειάδα και τα γύρω χωριά, έκαψε σπίτια και σκότωσε άμαχους.

 

Το Μάιο του 1944, επίλεκτη γερμανική μονάδα με γερμανοτσολιάδες και μαύρους(Μαροκινούς), επιχείρησε αιφνιδιαστική επίθεση στη Μακρακώμη και στη Σπερχειάδα, όπου παρέμεινε λίγες μέρες, προβαίνοντας σε βιαιοπραγίες σε βάρος των λίγων αμάχων που είχαν απομείνει εκεί. Τελικά εκδιώχτηκαν από το 42ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που κατέφθασε από το Μαυρολιθάρι.

 

Στις 18 Ιουνίου του 1944, τμήματα των Ες Ες, από αυτά που είχαν πάρει μέρος στη σφαγή του Διστόμου και της Υπάτης, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στη Σπερχειάδα, με την υποστήριξη πυροβολικού. Οι Σπερχειαδίτες δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν και κρύφτηκαν στα σπίτια και στα υπόγεια. Ο λόχος των ανταρτών που υπεράσπιζε την κωμόπολη αμύνθηκε μέχρι το μεσημέρι. Όταν έσβησε και η τελευταία εστία αντίστασης, οι Γερμανοί συνέλαβαν όλους σχεδόν τους άντρες και τα γυναικόπαιδα και στη συνέχεια ανατίναξαν και πυρπόλησαν τα περισσότερα σπίτια και κτίρια. Πάνω από τριάντα άμαχοι σκοτώθηκαν ή κάηκαν, ενώ από θαύμα γλίτωσαν και οι τριακόσιοι περίπου αιχμάλωτοι.

 

Η τελευταία μεγάλη γερμανική επιδρομή έγινε τον Αύγουστο. Οι Γερμανοί με πολυάριθμη και επίλεκτη δύναμη πραγματοποίησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ευρείας εκτάσεως σε ολόκληρη τη Δυτική Φθιώτιδα, που κράτησαν περίπου 10 μέρες. Προξένησαν μεγάλες καταστροφές στη Σπερχειάδα και σε πολλά χωριά, κυρίως  έκαψαν σπίτια, σοδειές και γεννήματα. Στις 12 Αυγούστου, τα Ες Ες συνέλαβαν στον Άγιο Δημήτριο Κλωνίου 32 πατριώτες από τη Σπερχειάδα και το Κλωνί και τους οδήγησαν στις φυλακές της Γκεστάπο, στη Λαμία. Γλίτωσαν την εκτέλεση με παρέμβαση του Σπερχειαδίτη αυτοκινητιστή Κώστα Τσαρούχα και του γιατρού Λουκά Τσαγκάρη προς το Γερμανό φρούραρχο  Λαμίας.

 

Η περιοχή μας απαλλάχτηκε από τη γερμανική κατοχή στις 18 Οκτωβρίου του 1944, τη μέρα που οι κατακτητές αποχώρησαν από τη Λαμία.

 

Το φθινόπωρο του ’43, μετά την παράδοση των Ιταλών στους πρώην συμμάχους τους Γερμανούς, ήρθαν στη Σπερχειάδα και στα γύρω χωριά πάνω από 100 Ιταλοί στρατιώτες, οι οποίοι φιλοξενήθηκαν για ένα εικοσάμηνο περίπου από ντόπιες οικογένειες.

 

Σημαντική για την περιοχή, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ήταν και η συμβολή του εφεδρικού Συντάγματος του ΕΛΑΣ Δυτικής Φθιώτιδας. Το πλαισίωναν μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί, με διοικητή το Σπερχειαδίτη ταγματάρχη του Ελληνικού Στρατού Θανάση Παπαγιαλιά και το οποίο πριν από κάθε επιδρομή ή επιχείρηση πραγματοποιούσε επιστράτευση. Είχε κατά καιρούς έδρα τη Σπερχειάδα, το Γαρδίκι, τη Φτέρη, τη Λαμία, την Καλοσκοπή Φωκίδας και η δύναμή του έφτανε μέχρι τους 1500 άντρες. Από τα αρχεία του εφεδρικού συντάγματος παραθέτουμε πίνακα με τα θύματα και τις καταστροφές που προξένησαν οι Ιταλογερμανοί στην περιοχή μας. (Κώστα Καραγιώργου «Η Ρούμελη στις φλόγες», Αθήνα1979, σελ. 291-292) :

 

Χωριά              

Πυρποληθέντα σπίτια        

Καμένοι αχυρώνες         

Eκτελεσμένοι πολίτες

Σπερχειάδα

700

 

35

Παλιοβράχα                 

180

 

9

Κλωνί                        

75

 

4

Λευκάδα                    

136

122

1

Φτέρη                        

118

 

 

Καμπιά                          

51

 

 

Άνω Καλλιθέα                

10

 

 

Κάτω Καλλιθέα                

7

 

 

Δίλοφο

29

 

 

Μεσοποταμία

 

 

2

Ανατολή                         

53

 

2

Γαρδίκι                           

94

74

 

Πίτσι                                

5

4

 

Κανάλια                           

1

3

 

Άγιος Σώστης         

 

 

2

Περιβόλι  

 

 

6

 

   

 

Περίοδος 1945-49

 

Η απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή βρήκε τον ελληνικό λαό διχασμένο, σε μια στιγμή που περισσότερο από κάθε άλλη φορά χρειαζόταν ομόνοια και ενότητα. Από τα χρόνια ακόμα της Κατοχής η εθνική αντίσταση δεν ήταν ενωμένη. Είχαν αρχίσει προστριβές που κατέληξαν σε διαμάχες ανάμεσα στις παρατάξεις, τις οποίες υπέθαλψαν και οι σύμμαχοι, αφού ο καθένας τους ενδιαφερόταν να εξασφαλίσει για λογαριασμό του την επιρροή του στην Ελλάδα, μετά τη λήξη του πολέμου. Μοιραία επακολούθησε ο τραγικός για την πατρίδα εμφύλιος του 1944-45 και 1946-49. Η περιοχή μας, όπως όλη η ύπαιθρος χώρα, προσπαθούσε σπασμωδικά να ξαναβρεί τον ειρηνικό και ανοδικό ρυθμό της, μέσα στο μαρασμό και τα ερείπια. Η συμμαχική βοήθεια(ΟΥΝΡΑ), που αποτελούνταν κυρίως από τρόφιμα, πρώτες ύλες και μέσα μεταφορών, παρόλες τις αδικίες κατά την κατανομή της, ανακούφιζε κάπως τους ταλαιπωρημένους κατοίκους. Το κλίμα της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας το τροφοδοτούσαν οι συχνές εμφανίσεις παρακρατικών ομάδων, οι οποίες με την ανοχή του επίσημου κράτους επιδίδονταν σε βίαιες και τρομοκρατικές πράξεις, πολλές φορές σε βάρος αθώων πολιτών.

 

Μέχρι το Σεπτέμβριο του 1947, δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού και αντάρτικες δυνάμεις αλληλοδιαδέχονταν η μία την άλλη στην  περιοχή και η Σπερχειάδα θεωρούνταν «νεκρή ζώνη». Από την πλευρά των ανταρτών, ολόκληρη περιοχή ανήκε στη ζώνη ευθύνης της 2ης μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού, με διοικητή τον υποστράτηγο Διαμαντή(Γιάννη Αλεξάνδρου). Τη Σπερχειάδα και την ευρύτερη περιοχή της υπεράσπιζαν, εκτός από δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, δυνάμεις της Χωροφυλακής, ΜΑΥ(Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) και το ΑΜΑΚ( Ανεξάρτητο Μεταβατικό Απόσπασμα Κρανιά). Το αποτελούσαν έφεδροι αξιωματικοί και πρώην αντάρτες και το συγκρότησε ο αν/χης του Εθνικού Στρατού Αριστείδης Κρανιάς.

  

Από το φθινόπωρο του 1946 μέχρι το Μάιο του 1947, στην ορεινή περιοχή σημειώθηκαν αρκετές μάχες και συμπλοκές με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Η πρώτη μεγάλη επίθεση του Δημοκρατικού Στρατού κατά της Σπερχειάδας σημειώθηκε τη νύχτα της 7 προς 8 Φεβρουαρίου του 1947. Αποκρούστηκε με επιτυχία από τους αμυνόμενους με συνολικό απολογισμό 32 νεκροί  και δεκάδες τραυματίες και αιχμάλωτοι και από τις δύο πλευρές(Κρανιά Αριστείδη: «Αντί του μάνα χολήν» Αθήνα 1973, σελ. 58-59). Η δεύτερη μεγάλη επίθεση κατά της Σπερχειάδας πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστικά τη Μεγάλη Παρασκευή. Οι αντάρτες έκαμψαν την αντίσταση της φρουράς, μπήκαν στην κωμόπολη και φεύγοντας άδειασαν και τις αποθήκες της ΟΥΝΡΑ. Είναι αδιευκρίνιστος  ακόμα ο αριθμός των ανταρτών, των χωροφυλάκων  και των αμάχων που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν.   

 

Από το καλοκαίρι του 1947 άρχισε η σταδιακή εκκένωση των ορεινών χωριών της Σπερχειάδας, στα πλαίσια εφαρμογής κυβερνητικού σχεδίου. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι κατέφυγαν στη Σπερχειάδα. Σύμφωνα με στοιχεία του Γραφείου Πρόνοιας Λαμίας, οι «ανταρτόπληκτοι» που φιλοξενήθηκαν στην κωμόπολη από το 1947 μέχρι τα μέσα του 1949 έφθασαν στους 11.589. Διέμειναν σε άδεια σπίτια και αποθήκες καθώς και σε παράγκες και πρόχειρους καταυλισμούς  που στήθηκαν για το σκοπό αυτό στην τοποθεσία «Καναπίτσα».

 

Από τις αρχές του 1948 στρατοπέδευαν στη Σπερχειάδα μεγάλες δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού και οι συγκρούσεις με τους αντάρτες άρχισαν να πυκνώνουν. Εντάθηκαν από το Μάιο του 1949, με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις μονάδων του Α΄ Σώματος Στρατού και έληξαν ουσιαστικά με το θάνατο του Διαμαντή, στις 21-6-1949, κοντά στα Μάρμαρα.

 

Το τέλος του Εμφυλίου(Αύγουστος 1949), βρήκε τη χώρα με βαθιές πληγές, που πέρασαν πολλά χρόνια για να επουλωθούν. Εκατοντάδες συμπατριώτες μας σκοτώθηκαν, εκτελέσθηκαν ή πέθαναν στη φυλακή και στην εξορία. Μετά τις καταστροφές, τις κάθε είδους δυστυχίες, τα πένθη και τις περιπέτειες που έζησαν οι κάτοικοι της περιοχής μας, ήρθε η εποχή της ηρεμίας και ανασυγκρότησης. Οι περισσότεροι κάτοικοι των ορεινών χωριών «επαναπατρίσθηκαν», τα ερειπωμένα σπίτια ανακατασκευάστηκαν και καινούρια άρχισαν να χτίζονται, με χρήματα του «Σχεδίου Μάρσαλ» και τη βοήθεια του κράτους. Έργα υποδομής και ανάπτυξης άρχισαν να ζωντανεύουν την κατεστραμμένη οικονομία.   Μια καινούρια σελίδα άρχιζε…                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 

Βιβλιογραφία

Βορτσέλας Ιωάννης: «Φθιώτις». Αθήνα 1907

Καραγεώργος Κώστας : «Η Ρούμελη στις φλόγες». Αθήνα 1979

Μάγερ Χέρμαν: «Η αναζήτηση»

Κρανιάς Αριστείδης: «Αντί του μάνα χολήν». Αθήνα 1973

Πλατής Γεώργιος: «Λαμία. Ιστορική και κοινωνική έρευνα». Αθήνα 1973.

Σκούρας Γιώργος :  « Η μάχη της Σέλιανης». Αθήνα 1985 και « Η μάχη της Αγάθωνης».Αθήνα 1986.

Νάτσιος Δημήτριος: «Χρονολόγιο της Λαμίας». Λαμία 1997

Καλέντζου-Τερλιάμη Κων/να: «Η Μεσοποταμία (Χαλίλη) Φθιώτιδας». Λαμία 1995

Παπαναγιώτου Τριαντάφυλλος: «Η Φθιώτις στο 21». Αθήνα 1971

«Ιστορία του ελληνικού έθνους».  Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα 1992

Κανέλλος Βασίλειος: «Η Σπερχειάδα» 1997  και «Ο Γουλινάς και τα χωριά του»2006.

 

Αναζήτηση στο site