ΠΑΛΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΠΕΡΧΕΙΑΔΑΣ 1925-1975. 50 ΧΡΟΝΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ - Εισήγηση στην εκδήλωση στο συνεδριακό κέντρο Σπερχειάδας, Αύγουστος 2013

2014-03-18 20:59

H μαθητική ζωή

    

Ο κάθε άνθρωπος, ώριμος πλέον, συχνά πυκνά γυρίζει το ρολόι της μνήμης του στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, στα χρόνια της νιότης του και τα αναπολεί με νοσταλγία.  Χρόνια μακρινά, αλησμόνητα κι αγαπημένα, παρόλο που στους παλιότερους τα σημάδεψαν οι εθνικές περιπέτειες και ο σκληρός αγώνας της επιβίωσης. Με την αναφορά μας στη μαθητική ζωή της περιόδου 1925-1975, αφορμές θα δώσουμε και σκόρπιες παιδιάτικες μνήμες και βιώματα θ΄ ανασκαλέψουμε. Ενθυμήματα  ατέλειωτα.

 

 

Eκείνα τα χρόνια  τα χωριά μας, ακόμα ζωντανά και ακμαία, είχαν την πλειοψηφία στο μακρύ μαθητικό κατάλογο του σχολείου. Τα «χωριατάκια» μέσα στις τσάντες τους κουβαλούσαν, μαζί με τα μαθητικά τους όνειρα και την έγνοια της διαβίωσης και της προσαρμογής σε μια νέα  κοινωνία. Οι μαθητές από τα πολύ κοντινά χωριά, πρωί –μεσημέρι, μία και δύο ώρες πεζοπορία, έκαναν το καθημερινό μονότονο δρομολόγιο για το Γυμνάσιο. Τα λίγο μακρινότερα, Κυριακή βράδυ ή Δευτέρα πρωί, κατηφόριζαν προς τη Σπερχειάδα, μέχρι το Σάββατο το απόγευμα, που ξανάπαιρναν πάλι το δρόμο του γυρισμού. Στο χωριάτικο ταγάρι ένα καρβέλι ψωμί, λίγα αυγά, ξερό τυρί, όσπρια και καμιά χορτόπιτα ή τυρόπιτα. Τα βάσανα λιγόστεψαν όταν στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 το ΚΤΕΛ άρχισε τα δρομολόγια. Κι εκείνα των πολύ μακρινών χωριών έβλεπαν τα σπίτια τους Χριστούγεννα, Πάσχα και στις καλοκαιρινές διακοπές. Η επιστροφή για τις χειμωνιάτικες διακοπές, θύμιζε πολλές φορές χιονισμένη Οδύσσεια.

 

 

Αρκετοί από αυτούς τους μαθητές των χωριών  φιλοξενούνταν σε σπίτια συγγενών ή φίλων. Οι πιο πολλοί όμως νοίκιαζαν δωματιάκια. Πολλοί Σπερχειαδίτες κατασκεύαζαν για το σκοπό αυτό στις αυλές τους ένα ή και περισσότερα δωμάτια, τα επίπλωναν πρόχειρα και τα νοίκιαζαν. Νοίκιαζαν ακόμα και τις άδειες κάμαρες των σπιτιών. Το νοίκι μικρό, όταν μάλιστα στο δωμάτιο μένανε κι άλλοι μαζί. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι σπιτονοικοκύρηδες φρόντιζαν και νοιάζονταν σαν δεύτεροι γονείς. Η οικοσκευή περιλάμβανε συνήθως ένα  ξύλινο κρεβάτι, ένα στρώμα- λινάτσα της ρίγας γεμάτο άχυρα, μια βελέντζα, δυο τρεις μαντανίες, ένα μικρό τραπέζι στρωμένο με εφημερίδα, το φανάρι για τα τρόφιμα και βέβαια το κασελάκι με τα μαγειρικά σκεύη: τέντζερη, τηγάνι, πιάτο, μαχαίρι, κουτάλι και πιρούνι. Οι προμήθειες κατέφθαναν από τα χωριά μέσα στο κοφίνι ή στο σακούλι με τα φορτηγοεπιβατηγά, που καθημερινά ή και μια φορά την εβδομάδα έκαναν τα δρομολόγια. Τα λίγα χρήματα των γονιών προορίζονταν για την αγορά θρεψίνης, το βασικότερο είδος διατροφής, χαλβά, ρυζιού και ζυμαρικών. Ο καημός του χωρισμού και η αγωνία της επιβίωσης  αποτυπώνονταν στα από καρδιάς λόγια μιας γιαγιάς που μη μπορώντας να χωνέψει τη φυγή του εγγονού ψέλλιζε συνεχώς: «αχ το παιδάκι μ΄ , καθώς έφυγε μούκοψε τα ήπατα, αυτή τη ρημάδα τη Σπερχειάδα, πόσο την εχτρεύομαι!».

  

Στα υγρά κι ανήλιαγα δωματιάκια με τη λιγοστή και πολλές φορές ανύπαρκτη θέρμανση, που τα φώτιζε η αδύνατη λάμπα του πετρελαίου, τη φτωχή και στερημένη ζωή την εξωράιζε η γλυκιά αγωνία αλλά και η δύναμη της εφηβείας, η άμιλλα και η πίστη σε ένα καλύτερο μέλλον. Το πηλίκιο με την κουκουβάγια και η μπλε ποδιά ήταν η αρχή του εφηβικού ονείρου και το απολυτήριο, αυτό το μαγικό χαρτί, ήταν τότε το εισιτήριο για το ταξίδι που θα μας πήγαινε λίγο πιο πέρα από τη φτώχεια και τη μιζέρια των απλοϊκών γονιών μας.

 

  

Η εξωσχολική ζωή είχε ψαλιδισμένες τις παιδικές ελευθερίες. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και με υπερεξουσίες. Σύμμαχοι γονείς και καθηγητές. Η πρόσβαση στην πλατεία και στα κεντρικά σημεία της μικρής πόλης ήταν απαγορευμένη, ολοένα μικρός δακτύλιος. Η κυκλοφορία τη νύχτα το ίδιο. Οι περιπολίες και οι έφοδοι των καθηγητών σύνηθες φαινόμενο. Σωρός οι ανήλικες παρανομίες και ζαβολιές από τις γυμνασιακές κουστωδίες. Σκασιαρχεία, επιδρομές στα καρποφόρα, κυνήγι αγριοπουλιών, κοντσίνα και λαθραίο τσιγαράκι στα κοντινά δασάκια και στις καναπίτσες. Τα βράδια οι παρεούλες στα καμαράκια έβγαζαν το άχτι τους. Οι πιο τολμηροί μηχανεύονταν αθώες σκανταλιές και σκάρωναν απολαυστικά επεισόδια. Ακόμα θυμούνται οι παλιότεροι το « σε είδον, σε είδον», « το σίγουρο και το αμφίβολο τραπουλόχαρτο», «τον επιτάφιο του κόνικλου», «το μπάξτου απουσία» και τις άλλες ατάκες του αυστηρού γυμναστή και πολλά ακόμη. Έτσι όπως αραδιάζονται κάθε φορά στα ανταμώματα. Πόσο διαφορετικά χρόνια από  τα σημερινά!

  

Κι ενώ τα «χωριατάκια» απολάμβαναν την απουσία της γονέικης κηδεμονίας, εμείς οι λοιποί προνομιούχοι της έδρας και των περιχώρων,  φορτωμένοι με οικοκυρικά και εργατικά καθήκοντα αναζητούσαμε λίγες στιγμές παιδικής ελευθερίας και ξεγνοιασιάς. Στα προπολεμικά χρόνια αλλά και στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, τα παιδιά από νωρίς γεύονταν φροντίδες και μοιράζονταν έγνοιες με τους πολυφαμελίτες γονείς. Ανελλιπώς δίπλα στην αποσταμάρα και την ανέχεια τους. Καλφούδια, μαστορόπουλα, τσοπανόπουλα και μαθητούδια μαζί. Η φιλοζωΐα αυτοδίδακτη και αναγκαία. Οι αγροτοδουλειές δεν απόλειπαν από κανένα σπιτικό. Τ΄ αγκάθια κι οι παλαμονίδες πλήγωναν τις  μελανιασμένες και συνήθως ξυπόλυτες πατούσες.  Το παιχνίδι ήταν είδος πολυτελείας.

  

Μέχρι να καθιερωθεί, τη δεκαετία του ‘60,  η δωρεάν εγγραφή και προμήθεια βιβλίων, τα βιβλία της τάξης αγοράζονταν στην αρχή της σχολικής χρονιάς από τους παλιότερους και πωλούνταν ύστερα στους νεότερους. Οι λύσεις των μαθηματικών και οι μεταφράσεις των αρχαιοελληνικών, δια της περιφοράς, άλλαζαν καθημερινά πολλά χέρια. Διπλωμένα μέσα τους η «Μάσκα», ο «Μικρός ήρωας» και καμιά αθλητική εφημερίδα, το «Χτυποκάρδι» και το  «Ρομάντσο» για τις κοπελιές, συμπλήρωναν το παράνομο αναγνωστικό μενού. Μέχρι που ήρθε ο πολιτισμός,  το ηλεκτρικό, το «σινεάκ» και η τηλεόραση και άλλαξαν πολλά στη ζωή μας, σχεδόν όλα.

 

  

Κι από την άλλη μεριά οι αυστηρές και σεβάσμιες μορφές των δασκάλων μας. Κανείς δεν ξεχνά και το δικό τους αγώνα για μια αξιοπρεπή ζωή και παρουσία στη μικρή κοινωνία της πόλης και το μόχθο τους για μια καλύτερη παιδεία. Από την ξύλινη και πολλές φορές φαγωμένη από το σαράκι έδρα, μπροστά  στο μαυροπίνακα, με πενιχρά ή και ανύπαρκτα εποπτικά μέσα, ο καθηγητής, με ψηλό αίσθημα ευθύνης, κατέθετε ολάκερη την ψυχή του για να αποτελειώσει την ύλη, να χτίσει στέρεες, καλές καγαθές συνειδήσεις. Δύσκολη η διδασκαλία στα συνήθως πολυάριθμα τμήματα. Επιβεβλημένη η πειθαρχία και η τάξη μέσα στην αίθουσα. Για τους περισσότερους μαθητές, το άνοιγμα του καταλόγου σήμαινε την ανάβαση στο Γολγοθά, το χτύπημα του κουδουνιού έφερνε τη λύτρωση. Άλλα εκπαιδευτικά ήθη, άλλοι καιροί.

 

Κάπως έτσι περνούσαν οι ώρες, οι μέρες και τα χρόνια. Πενήντα χρόνια, μισός αιώνας χαρές, πίκρες, καημοί  και νεανικοί πόθοι. Άσπρα καράβια τα όνειρά μας, αφού αρμένισαν σε κοντινούς και μακρινούς γιαλούς, πότε με μπουνάτσες και πότε με φουρτούνες, τώρα  απαγκιάζουν  στο απάνεμο λιμανάκι της μνήμης.  Αυτό το παλιό  κτίριο θα μας περιμένει πάντα, για να θυμίζει  στον καθένα τα μαθητικά του χτυποκάρδια και χελιδονίσματα, τη χαμένη αθωότητα αλλά και τις προσδοκίες εκείνης της ηλικίας. Ένα κομμάτι της καρδιάς μας έχει μείνει εδώ.

Αναζήτηση στο site